σίριαλ

το, Ν
βλ. σήριαλ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σίριαλ — το τηλεοπτική ταινία με σειρά επεισοδίων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Καφετζόπουλος, Αντώνης — (Κωνσταντινούπολη 1951 –). Ηθοποιός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης. Το 1974 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του Ανοιχτού Θεάτρου, όπου έπαιξε έναν μικρό ρόλο. Στη συνέχεια αποφάσισε να σπουδάσει ηθοποιός… …   Dictionary of Greek

  • σήριαλ — και σίριαλ, το, Ν άκλ. τηλεοπτικό έργο με πολλά επεισόδια, σε συνέχειες ή αυτοτελή, σειρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. serial < series (< λατ. series «σειρά, ειρμός, συνέχεια» < sero «ενώνω, συμπλέκω»] …   Dictionary of Greek

  • Ζαπατίνας, Νίκος — (Αθήνα 1945 –). Σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Σπούδασε μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κινηματογράφο στο Παρίσι και μουσική σε διάφορες σχολές. Έχει σκηνοθετήσει πολλά σίριαλ αλλά και ντοκιμαντέρ για την ελληνική τηλεόραση …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Μανουσάκης, Μανούσος — (Αθήνα 1950 –). Σκηνοθέτης. Σπούδασε κινηματογράφο στο Λονδίνο (London School of Film Technique). Στη φιλμογραφία του περιλαμβάνονται οι ταινίες Βαρθολομαίος (1972), Άρχοντες (1978), Η σκιάχτρα (1985) και Ο κόκκινος δράκος (1998). Επίσης,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.